σταλιάζω


σταλιάζω
Ν
1. (για κοπάδια) αναπαύομαι σε σκιά, κυρίως κατά το μεσημέρι, σταλίζω
2. (για πρόσ.) α) μένω αναγκαστικά πολλή ώρα σε έναν τόπο
β) περιμένω όρθιος επί πολλή ώρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. τού σταλίζω, κατά τα ρ. σε -ιάζω (πρβλ. πουντ-ιάζω, ξεπαγ-ιάζω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σταλιάζω — [стапьазо] р. отдыхать в тени …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σταλιάζω — στάλιασα και στάλιαξα, σταλιασμένος 1. σταλίζω. 2. μένω αναγκαστικά πολλή ώρα σε κάποιο μέρος: Κάθεται και (ξερο)σταλιάζει όλη μέρα έξω από το σπίτι της …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ακαματεύω — και ακαματεύγω 1. είμαι ή γίνομαι ακαμάτης, τεμπέλης «άλλος εμάζευε ελιές κι άλλος ακαμάτευε» 2. (για κοπάδια) κάθομαι στον ίσκιο, σταλίζω, σταλιάζω 3. ξεκουράζομαι το μεσημέρι, βλ. ακαμάτεμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ακαμάτης. ΠΑΡ. ακαμάτεμα] …   Dictionary of Greek

  • ξεροσταλιάζω — 1. στέκομαι κάπου όρθιος και ακίνητος επί πολλή ώρα, ακουσίως ή αναγκαστικά («τί με είχες στημένο και ξεροστάλιαζα, αφού δεν είχες σκοπό να έλθεις;») 2. ποθώ πολύ κάτι 3. υποφέρω από έλλειψη νερού. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξερός + σταλιάζω «μένω πολλή ώρα… …   Dictionary of Greek

  • σταλίζω — Ν [στάλος / σταλός] 1. (μτβ.) οδηγώ το κοπάδι σε σκιερό μέρος το μεσημέρι για ανάπαυση 2. (αμτβ.) (για ζώα) αναπαύομαι, σταλιάζω 3. συνεκδ. μτφ. παραμένω κάπου …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.